Μετάβαση στο περιεχόμενο

πίσσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πίσσα οι πίσσες
      γενική της πίσσας των πισσών
    αιτιατική την πίσσα τις πίσσες
     κλητική πίσσα πίσσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
πίσσα (σημασία 1)

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πίσσα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈpi.sa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πίσσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πίσσα θηλυκό

  1. μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ.
     συνώνυμα: κατράμι
  2. βλαβερή ουσία του τσιγάρου
  3. (λαϊκό) κόλαση
      1887 Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις
    Τότε ἄνοιξε μιὰ πόρτα σκουριασμένη | κ’ ἐγὼ ἔρριξα μὲ πόνο μιὰ ματιά· | Δυστυχία μου τὶ πίσσα μὲ προσμένει, | τὶ ἀχόρταγη κ’ αἰώνια φωτιά! | Ἦλθαν διάβoλοι μὲ κέρατα σἂν βώδια | καὶ μὲ βάλανε ’ςτὴ μέση μοναχό, | καὶ μοῦ δέσανε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια | καὶ μὲ ρίξανε ’ςτὴν πίσσα τὸ φτωχό.
  4. (επιτατικό ουσιαστικό) κάτι κατάμαυρο
    παράδειγμα Έξω ήταν σκοτάδι πίσσα.
     συνώνυμα: κατράμι
  5. (κυπριακά) τσίχλα

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πῐσσ-
ονομαστική πίσσ αἱ πίσσαι
      γενική τῆς πίσσης τῶν πισσῶν
      δοτική τῇ πίσσ ταῖς πίσσαις
    αιτιατική τὴν πίσσᾰν τὰς πίσσᾱς
     κλητική ! πίσσ πίσσαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πίσσ
γεν-δοτ τοῖν  πίσσαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πίσσα < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *píťťa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pik- (πίσσα, ρητίνη)[1]. Κάποιοι συνδέουν την ρίζα πίσσ- του πίσ(σ)υγγος (τσαγκάρης). Συγγενή: λατινική pix.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pís.sa/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πίσσα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

πίσσα, -ης [ῐ] θηλυκό

  1. πίσσα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 277
    τῷ δέ τ᾽ ἄνευθεν ἐόντι μελάντερον ἠΰτε πίσσα
    και φαίνεται στα μάτια του κατάμαυρο σαν πίσσα
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
  2. ρητίνη της ερυθρελάτης

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. πίσσα σελ. 1197 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.