πίσσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πίσσα οι πίσσες
      γενική της πίσσας των πισσών
    αιτιατική την πίσσα τις πίσσες
     κλητική πίσσα πίσσες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πίσσα < αρχαία ελληνική πίσσα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίσσα θηλυκό

  1. μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ
    • βλαβερή ουσία του τσιγάρου
  2. κάτι κατάμαυρο
    έξω ήταν σκοτάδι πίσσα
  3. (κυπριακά) τσίχλα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πίσσα πίσσα πῖσσαι
Γενική πίσσης πίσσαιν πισσῶν
Δοτική πίσσ πίσσαιν πίσσαις
Αιτιατική πίσσαν πίσσα πίσσας
Κλητική πίσσα πίσσα πῖσσαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πίσσα θηλυκό (πίσσᾰ)

Άλλες μορφές[επεξεργασία]