πίσσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | πίσσα | οι | πίσσες |
| γενική | της | πίσσας | των | πισσών |
| αιτιατική | την | πίσσα | τις | πίσσες |
| κλητική | πίσσα | πίσσες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πίσσα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πίσσα.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈpi.sa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πίσ‐σα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πίσσα θηλυκό
- μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ.
- βλαβερή ουσία του τσιγάρου
- (λαϊκό) κόλαση
- ※ 1887 ⌘ Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις
- Τότε ἄνοιξε μιὰ πόρτα σκουριασμένη | κ’ ἐγὼ ἔρριξα μὲ πόνο μιὰ ματιά· | Δυστυχία μου τὶ πίσσα μὲ προσμένει, | τὶ ἀχόρταγη κ’ αἰώνια φωτιά! | Ἦλθαν διάβoλοι μὲ κέρατα σἂν βώδια | καὶ μὲ βάλανε ’ςτὴ μέση μοναχό, | καὶ μοῦ δέσανε τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια | καὶ μὲ ρίξανε ’ςτὴν πίσσα τὸ φτωχό.
- ※ 1887 ⌘ Ἰωάννης Πολέμης, Ἡ κόλασις
- (επιτατικό ουσιαστικό) κάτι κατάμαυρο
- (κυπριακά) τσίχλα
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- πίσσα - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- πίσσα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- πίσσα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| πῐσσ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | πίσσᾰ | αἱ | πίσσαι | |
| γενική | τῆς | πίσσης | τῶν | πισσῶν | |
| δοτική | τῇ | πίσσῃ | ταῖς | πίσσαις | |
| αιτιατική | τὴν | πίσσᾰν | τὰς | πίσσᾱς | |
| κλητική ὦ! | πίσσᾰ | πίσσαι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | πίσσᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | πίσσαιν | |||
| 1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- πίσσα < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *píťťa < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pik- (πίσσα, ρητίνη)[1]. Κάποιοι συνδέουν την ρίζα πίσσ- του πίσ(σ)υγγος (τσαγκάρης). Συγγενή: λατινική pix.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pís.sa/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πίσ‐σ‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]πίσσα, -ης [ῐ] θηλυκό
- πίσσα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 277
- τῷ δέ τ᾽ ἄνευθεν ἐόντι μελάντερον ἠΰτε πίσσα
- και φαίνεται στα μάτια του κατάμαυρο σαν πίσσα
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- τῷ δέ τ᾽ ἄνευθεν ἐόντι μελάντερον ἠΰτε πίσσα
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 4 (Δ. Ὁρκίων σύγχυσις. Ἀγαμέμνονος ἐπιπώλησις.), στίχ. 277
- ρητίνη της ερυθρελάτης
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ πίσσα σελ. 1197 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- πίσσα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- πίσσα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επιτατικά ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Κυπριακά
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γλῶσσα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δόξα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pik- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
