smarować

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

smarować (pl)

  1. απλώνω μια λιπαρή ουσία επάνω σε κάτι, αλείφω
  2. ανάλογα με το υλικό: