ακυρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακυρώνω < ἀκυρώνω στην καθαρεύουσα < αρχαία ελληνική ἀκυρόω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ακυρώνω

  1. κάνω κάτι άκυρο, ώστε να μην ισχύει πια
    το δικαστήριο ακύρωσε το συμβόλαιο λόγω απάτης
  2. αποφασίζω να μην πραγματοποιηθεί κάτι που προγραμματίστηκε για το μέλλον
    ακύρωσε την επίσκεψη στη γειτονική χώρα ο υπουργός εξωτερικών
  3. περνάω (εισιτήριο) από ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορέσω να το ξαναχρησιμοποιήσω άλλη φορά, δηλαδή το εξαργυρώνω

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]