ακυρωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακυρωμένος ακυρωμένη ακυρωμένο
γενική ακυρωμένου ακυρωμένης ακυρωμένου
αιτιατική ακυρωμένο ακυρωμένη ακυρωμένο
κλητική ακυρωμένε ακυρωμένη ακυρωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακυρωμένοι ακυρωμένες ακυρωμένα
γενική ακυρωμένων ακυρωμένων ακυρωμένων
αιτιατική ακυρωμένους ακυρωμένες ακυρωμένα
κλητική ακυρωμένοι ακυρωμένες ακυρωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ακυρώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

ακυρωμένος, -η, -ο

  1. που έχει ακυρωθεί, έχει χάσει το κύρος του
    ακυρωμένη κράτηση, ακυρωμένο συμβόλαιο
  2. (για εισιτήριο) που έχει ακυρωθεί στο ειδικό μηχάνημα που εκτυπώνει ημερομηνία και ώρα χρήσης πάνω του, ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί άλλη φορά
  3. που δεν εκτελέστηκε ως είχε προγραμματιστεί
    η ακυρωμένη παράσταση

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]