Μετάβαση στο περιεχόμενο

πραγματοποιούμαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
πραγματοποιούμαι, παθητική φωνή του πραγματοποιώ

πραγματοποιούμαι