eliminate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

eliminate (en)

  1. (μεταβατικό) εξαλείφω, εξαφανίζω, απαλλάσσομαι από κάτι
  2. (μεταβατικό) νικώ και αποκλείω κάποιον αντίπαλο, τον βγάζω εκτός συναγωνισμού
  3. (αργκό) σκοτώνω
  4. (φυσιολογία) αποβάλλω (για σωματικές λειτουργίες)
    substances eliminated in urine - ουσίες που αποβάλλονται με τα ούρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]