απαλλάσσομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαλλάσσομαι < μεσοπαθητικό του ρήματος απαλλάσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απαλλάσσομαι

  1. ανακουφίζομαι από κάτι βασανιστικό, φεύγει από τις πλάτες μου ένα μεγάλο φορτίο, συναισθηματικό, οικογενειακό, οικονομικό
    Απαλλάχτηκα επιτέλους από τη γυναίκα μου. Τώρα θα βασανίζει άλλον!
    Απαλλάχτηκα από τα χρέη και βρήκα την ηρεμία μου
    Απαλλάχτηκα με βούλευμα πλημμελιοδικών
    Απαλλάχτηκα. Πήρα την απαλλαγή μου απο το στρατό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]