ρουφώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρουφώ < μεσαιωνική ελληνική ρουφώ < αρχαία ελληνική ῥοφέω / ῥοφάω / ῥοφῶ < πρωτοελληνική *hropʰéyō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *srebʰ- (ρουφώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɾu.ˈfɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ρουφώ , πρτ.: ρουφούσα και ρούφαγα, στ.μέλλ.: θα ρουφήξω, αόρ.: ρούφηξα, μτχ.π.π.: ρουφηγμένος

  1. πίνω κάτι θορυβωδώς με χαρακτηριστικές κινήσεις της γλώσσας και των χειλιών
  2. πίνω ή τρώω κάτι λαίμαργα
  3. εισπνέω
  4. απορροφώ
  5. (για υγρό στοιχείο: λίμνη, θάλασσα) έλκω κάτι προς τον βυθό
  6. (μεταφορικά) εξαντλώ
  7. προσέχω και αφομοιώνω κάτι που ακούω ή διαβάζω
  8. (αργκό) δέχομαι (γκολ)
    συνώνυμα: τρώω

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]