συγχωνεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συγχωνεύω < συν- + χωνεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siŋ.xɔ.ˈnɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συγχωνεύω, πρτ.: συγχώνευα, στ.μέλλ.: θα συγχωνεύσω, αόρ.: συγχώνευσα, παθ.φωνή: συγχωνεύομαι, μτχ.π.π.: συγχωνευμένος

  • ενώνω όμοια στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο
οι δύο εταιρείες αποφάσισαν να συγχωνεύσουν τις δυνάμεις τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]