εργατικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εργατικός εργατική εργατικό
γενική εργατικού εργατικής εργατικού
αιτιατική εργατικό εργατική εργατικό
κλητική εργατικέ εργατική εργατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εργατικοί εργατικές εργατικά
γενική εργατικών εργατικών εργατικών
αιτιατική εργατικούς εργατικές εργατικά
κλητική εργατικοί εργατικές εργατικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργατικός < αρχαία ελληνική ἐργατικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛɾ.ɣa.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εργατικός

  1. που έχει σχέση με τους εργάτες
    εργατικό σωματείο
  2. που είναι αρκετά δραστήριος και αποδοτικός στην εκτέλεση των καθηκόντων του, που δουλεύει σκληρά κι αποτελεσματικά
    ο Γ. είναι πολύ εργατικός άνθρωπος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]