δυναμικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : δυναμική, δυναμικός, δύναμη

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυναμικό δυναμικά
γενική δυναμικού δυναμικών
αιτιατική δυναμικό δυναμικά
κλητική δυναμικό δυναμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναμικό < ουδέτερο του δυναμικός < ελληνιστική κοινή δυναμικός < αρχαία ελληνική δύναμις < δύναμαι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική potentiel)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυναμικό ουδέτερο

  1. (οικονομία) ό,τι έχει μια επιχείρηση στη διάθεσή της, προκειμένου να παράγει: εργαζόμενοι, μηχανές κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

δυναμικό