απορροφημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απορροφημένος απορροφημένη απορροφημένο
γενική απορροφημένου απορροφημένης απορροφημένου
αιτιατική απορροφημένο απορροφημένη απορροφημένο
κλητική απορροφημένε απορροφημένη απορροφημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απορροφημένοι απορροφημένες απορροφημένα
γενική απορροφημένων απορροφημένων απορροφημένων
αιτιατική απορροφημένους απορροφημένες απορροφημένα
κλητική απορροφημένοι απορροφημένες απορροφημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απορροφημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απορροφώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απορροφημένος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]