απορροφητικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απορροφητικότητα απορροφητικότητες
γενική απορροφητικότητας απορροφητικοτήτων
αιτιατική απορροφητικότητα απορροφητικότητες
κλητική απορροφητικότητα απορροφητικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απορροφητικότητα < απορροφητικός + -ότητα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ɾɔ.fi.ti.ˈkɔ.ti.ta/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απορροφητικότητα θηλυκό

  1. το να είναι κάποιος απορροφητικός, η ιδιότητα του απορροφητικού
  2. (μεταφορικά) το να μπορεί (κάποιο προϊόν) να απορροφηθεί, να το αφοράσουν ή καταναλώσουν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]