κρύος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική κρύος κρύα κρύο
γενική κρύου κρύας κρύου
αιτιατική κρύο κρύα κρύο
κλητική κρύε κρύα κρύο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κρύοι κρύες κρύα
γενική κρύων κρύων κρύων
αιτιατική κρύους κρύες κρύα
κλητική κρύοι κρύες κρύα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρύος < αρχαία ελληνική κρύος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κρύος

  1. που έχει χαμηλή, σε σχέση με το ανθρώπινο σώμα, θερμοκρασία
  2. (μεταφορικά) που δεν έχει εξυπνάδα, χιούμορ ή είναι ανόητος
  3. που δεν έχει κάνει ή δεν του έχει γίνει προθέρμανση

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κρύος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kreus (που αρχίζει να γίνεται πάγος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κρύος ουδέτερο

  1. η παγωνιά, το πολύ δυνατό κρύο