παγωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγώνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɣoˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐γω‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]παγωμένος, -η, -ο
- που έχει παγώσει
- που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0° Κελσίου
- ※ Βγήκανε στον κήπο, κάθησαν στο σκιερό κιόσκι, πάνω στους αφράτους τσιλτέδες. Άναψαν τσιμπούκια. Η δούλα σέρβιρε σε μπακιρένια τάσια χοσάφι παγωμένο μέ χιόνι τοῦ Μπόζ ντάγ. Τό κουτάλιζαν κουβεντιάζοντας. (Τάσος Αθανασιάδης, Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, τόμος 2, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.δ. Κολλάρου, 1988)
- (για ζωντανό οργανισμό) που έχει μειωθεί πολύ η θερμοκρασία του από το κρύο
- (μεταφορικά) που έχει μείνει ακίνητος ή νιώθει ρίγος από φόβο, τρόμο
- (μεταφορικά) που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας η οποία υποδηλώνει εχθρότητα
Οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες. (από ιστοσελίδα)
- που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0° Κελσίου
- που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος
Ο παγωμένος χειμώνας του 19.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παγωμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παγωμένος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)