παγωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγώνω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɣoˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐γω‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]παγωμένος, -η, -ο
- που έχει παγώσει
- που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0° Κελσίου
- (για ζωντανό οργανισμό) που έχει μειωθεί πολύ η θερμοκρασία του από το κρύο
- (μεταφορικά) που έχει μείνει ακίνητος ή νιώθει ρίγος από φόβο, τρόμο
- (μεταφορικά) που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας η οποία υποδηλώνει εχθρότητα
Οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες. (από ιστοσελίδα)
- που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος
Ο παγωμένος χειμώνας του 19.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παγωμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παγωμένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)