παγωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παγώνω

Μετοχή[επεξεργασία]

παγωμένος, -η, -ο

  1. που έχει παγώσει
    1. που έχει γίνει πάγος επειδή η θερμοκρασία του έπεσε κάτω από τους 0o Κελσίου
    2. (για ζωντανό οργανισμό) που έχει μειωθεί πολύ η θερμοκρασία του από το κρύο
       συνώνυμα: ξυλιασμένος
    3. (μεταφορικά) που έχει μείνει ακίνητος ή νιώθει ρίγος από φόβο, τρόμο
    4. (μεταφορικά) που βρίσκεται σε κατάσταση ακινησίας η οποία υποδηλώνει εχθρότητα
      οι σχέσεις των δύο πολιτικών εδώ και μήνες φέρονται να είναι παγωμένες (από ιστοσελίδα)
  2. που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, πολύ κρύος
    ο παγωμένος χειμώνας του 19..

Μεταφράσεις[επεξεργασία]