frozen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

frozen (en)

  1. παγωμένος
  2. κατεψυγμένος
  3. (μεταφορικά) παγωμένος, ακινητοποιημένος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

frozen (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος freeze