αβανιοκαμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αβανιοκαμένος η αβανιοκαμένη το αβανιοκαμένο
      γενική του αβανιοκαμένου της αβανιοκαμένης του αβανιοκαμένου
    αιτιατική τον αβανιοκαμένο την αβανιοκαμένη το αβανιοκαμένο
     κλητική αβανιοκαμένε αβανιοκαμένη αβανιοκαμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αβανιοκαμένοι οι αβανιοκαμένες τα αβανιοκαμένα
      γενική των αβανιοκαμένων των αβανιοκαμένων των αβανιοκαμένων
    αιτιατική τους αβανιοκαμένους τις αβανιοκαμένες τα αβανιοκαμένα
     κλητική αβανιοκαμένοι αβανιοκαμένες αβανιοκαμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβανιοκαμένος < αβανιά + καμένος

Μετοχή[επεξεργασία]

αβανιοκαμένος, -η, -ο

  1. αυτός που έχει υποστεί δεινά από αβανιά
  2. κατασυκοφαντημένος
  3. (ιδιωματικό): υβριστικό στη ναξιακή και ευρύτερη νησιωτική διάλεκτο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]