αβανιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβανιά αβανιές
γενική αβανιάς αβανιών
αιτιατική αβανιά αβανιές
κλητική αβανιά αβανιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβανιά < μεσαιωνική ελληνική αβανιά / αβανία < τουρκική avan < αραβική خوان (ḵawwān: άπιστος, αναξιόπιστος, ύπουλος, προδότης) < ρίζα خ و ن ‎(ḵ-w-n)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβανιά θηλυκό

  1. (λαϊκότροπο) (λογοτεχνία) η συκοφαντία, η ρετσινιά, η δυσφήμηση, η κατηγορία, η διαβολή, η κακολογία
    Μου βγάλαν αβανιά ότι χαρτοπαίζω.,
    γιατί μου βγάλαν αβανιά πως αγαπώ μια δούλα (δημοτικό),
    Μαζώξου στὸ σπίτι σου, γριά, μὴ σοῦ κολλήσουν καμμιὰ ἀβανιά, τώρα στὰ γεροντάματα… καὶ ποῦν πὼς ἐβγῆκες τάχα σὲ κακὴ στράτα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Για την περηφάνια)
  2. (λαϊκότροπο) η υλική ζημιά, η συμφορά, η βλάβη
    Έπαθα μεγάλη αβανιά.
  3. (λαϊκότροπο) η δυσκολία, η στεναχώρια
    Περνάω μεγάλη αβανιά.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

(1)

(2)

(3)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]