άκαυτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άκαυτος άκαυτη άκαυτο
γενική άκαυτου άκαυτης άκαυτου
αιτιατική άκαυτο άκαυτη άκαυτο
κλητική άκαυτε άκαυτη άκαυτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκαυτοι άκαυτες άκαυτα
γενική άκαυτων άκαυτων άκαυτων
αιτιατική άκαυτους άκαυτες άκαυτα
κλητική άκαυτοι άκαυτες άκαυτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκαυτος < ελληνιστική κοινή ἄκαυτος < αρχαία ελληνική ἄκαυστος : α- στερητικό + καίω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άκαυτος, η, -ο

  1. που δεν έχει καεί
    ο κινητήρας είχε πρόβλημα στην ανάφλεξη και έβγαζε τη βενζίνη σχεδόν άκαυτη
  2. που δεν καίγεται

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]