Μετάβαση στο περιεχόμενο

incombustible

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

incombustible (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
incombustible incombustibles

Επίθετο

[επεξεργασία]

incombustible (fr) αρσενικό ή θηλυκό