Μετάβαση στο περιεχόμενο

διάσταση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διάσταση οι διαστάσεις
      γενική της διάστασης* των διαστάσεων
    αιτιατική τη διάσταση τις διαστάσεις
     κλητική διάσταση διαστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, διαστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διάσταση < αρχαία ελληνική διάστασις < διίσταμαι (διά και ἵσταμαι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διάσταση θηλυκό

  1. (μαθηματικά) το σύνολο των στοιχείων που παράγονται από ένα διάνυσμα μιας ελάχιστης γραμμικής θήκης ενός αλγεβρικού σώματος
    παράδειγμα  Ο προσδιορισμός ενός στοιχείου κατά την οποία χρησιμοποιείται μια διάσταση, συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί αυτό το στοιχείο μόνο με τις υπόλοιπες διαστάσεις.
  2. καθένα από τα τρία θεμελιώδη μεγέθη: μήκος, πλάτος, ύψος
    παράδειγμα  η τέταρτη διάσταση είναι ακόμα μία αμφιλεγόμενη έννοια
    ※  Γύρω μου στροβιλίζονταν εκατοντάδες χιλιάδες γράμματα της λέξης «αύριο», πολλά από τα οποία, ακολουθώντας την ημερολογιακή ροή του χρόνου, στοιβάζονταν ζαλισμένα στο κάτω μέρος, το ένα πάνω στο άλλο, όπως στοιβάζονται οι κόκκοι στα αμμόμετρα περιμένοντας να διαβούν στην άλλη διάσταση. (Δημήτρης Αληθεινός, Παραμύθι δωδέκατο από τα δώδεκα, Πολίτης. Παράθυρο, λοξές ματιές στον πολιτισμό, parathyro.politis.com.cy, 11/12/2022 )
  3. (κατ' επέκταση) το μέτρο κάθε μιας από τις τρεις διαστάσεις
    παράδειγμα  τι διαστάσεις έχει το κουτί που θα μου στείλεις;
  4. η όψη μιας υπόθεσης, ενός προβλήματος κλπ.
    ※  Το πρόβλημα της προέλευσης των Βλάχων δεν έχει παρά μόνο τις εξής διαστάσεις: σε ποιούς λαούς, με τι τρόπο, σε ποια έκταση, σε ποια ιστορική περίοδο και σε τι βαθμό υπήρξε γλωσσικός εκλατινισμός, για πόση χρονική διάρκεια και για ποιους λόγους. (Γιώργης Έξαρχος, Αχιλλεύς Λαζάρου, Οι Ελληνοβλάχοι (Αρμανοί), εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 52)
  5. η επέκταση ή η ευρύτητα ενός φαινομένου
    παράδειγμα  η χρήση των ναρκωτικών έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις
  6. ο χωρισμός ζευγαριού
    παράδειγμα  είναι σε διάσταση με τον άντρα της και ετοιμάζονται για διαζύγιο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • σε άλλη διάσταση: εντελώς διαφορετικά από το συνηθισμένο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]