σταθερότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταθερότητα σταθερότητες
γενική σταθερότητας σταθεροτήτων
αιτιατική σταθερότητα σταθερότητες
κλητική σταθερότητα σταθερότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σταθερότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σταθερότητα θηλυκό

  1. ιδιότητα αυτού που είναι σταθερός:
    που δεν μεταβάλλεται εύκολα
    η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ασχολείται με την σταθερότητα των τιμών
    χημική σταθερότητα
    που παραμένει στην ίδια θέση ή στην ίδια (συνήθως επιθυμητή) κατάσταση
    η καλή θεμελίωση συμβάλλει στη σταθερότητα των τοίχων
    απειλείται η σταθερότητα της οικονομίας


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

  1. σταθερός


32πχ Μεταφράσεις[]