σταθερότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σταθερότητα οι σταθερότητες
      γενική της σταθερότητας των σταθεροτήτων
    αιτιατική τη σταθερότητα τις σταθερότητες
     κλητική σταθερότητα σταθερότητες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθερότητα < ελληνιστική κοινή σταθερότης (αιτιατιτική σταθερότητα) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική stabilité[1] Δείτε και ἵστημι.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταθερότητα θηλυκό

  • ιδιότητα αυτού που είναι σταθερός:
    1. που δεν μεταβάλλεται εύκολα
      η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ασχολείται με την σταθερότητα των τιμών
    2. χημική σταθερότητα
    3. που παραμένει στην ίδια θέση ή στην ίδια (συνήθως επιθυμητή) κατάσταση
      η καλή θεμελίωση συμβάλλει στη σταθερότητα των τοίχων
      απειλείται η σταθερότητα της οικονομίας

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

επίσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

σταθερότητα