σταθμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σταθμός σταθμοί
γενική σταθμού σταθμών
αιτιατική σταθμό σταθμούς
κλητική σταθμέ σταθμοί
πληθυντικός και σταθμά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμός < αρχαία ελληνική σταθμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σταθμός αρσενικό

  1. το μέρος όπου περιμένουμε το λεωφορείο, το τρένο ή άλλο μέσο μεταφοράς.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]