estación

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
estación estaciones

estación (es) θηλυκό

  1. σταθμός του τρένου
  2. τεχνική εγκατάσταση
  3. εποχή του χρόνου
    δείτε τις λέξεις primavera, verano, otoño και invierno