αστάθμητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αστάθμητος αστάθμητη αστάθμητο
γενική αστάθμητου αστάθμητης αστάθμητου
αιτιατική αστάθμητο αστάθμητη αστάθμητο
κλητική αστάθμητε αστάθμητη αστάθμητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αστάθμητοι αστάθμητες αστάθμητα
γενική αστάθμητων αστάθμητων αστάθμητων
αιτιατική αστάθμητους αστάθμητες αστάθμητα
κλητική αστάθμητοι αστάθμητες αστάθμητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αστάθμητος < αρχαία ελληνική ἀστάθμητος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική impondérable)

Επίθετο[επεξεργασία]

αστάθμητος

  1. που δε ζυγίστηκε ή δεν μπορεί να ζυγιστεί
  2. ο χωρίς αισθητό βάρος
  3. (μεταφορικά) που δεν μπορεί να υπολογιστεί, να εκτιμηθεί
    στην εξέλιξη επέδρασαν αστάθμητοι παράγοντες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]