σταθμεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σταθμεύω < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /staθ.ˈmɛ.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

σταθμεύω

  • οδηγώ ένα όχημα σε συγκεκριμένη θέση που δεν εμποδίζει την κυκλοφορία και το σταματώ εκεί
    ※  Απέφυγα να σταθμεύσω κοντά στο λιμεναρχείο και άφησα το αυτοκίνητο πίσω από τις εμπορικές αποθήκες. (Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Θεοκλής [διήγημα])

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]