park

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

park (en)

  1. παρκάρω, σταθμεύω
  2. έχω ερωτικές περιπτύξεις μέσα σε παρκαρισμένο αυτοκίνητο



Αλβανικά (sq)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (sq) (οριστικός τύπος parku)

  1. πάρκο



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (sr)

  • λατινική γραφή του парк



Τσεχικά (cs)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (cs) αρσενικό

  1. το πάρκο