park

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

park (en)

  1. παρκάρω, σταθμεύω
  2. έχω ερωτικές περιπτύξεις μέσα σε παρκαρισμένο αυτοκίνητο



Αλβανικά (sq) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (sq) (οριστικός τύπος parku)

  1. πάρκο



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (sr)

  • λατινική γραφή του парк



Τσεχικά (cs) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

park 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

park (cs) αρσενικό

  1. το πάρκο