αράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αράζω < μεσαιωνική ελληνική ἀράζω < αρχαία ελληνική ἀράσσω κατά το σχήμα αόριστος: ‑αξα > ενεστώτας: ‑άζω όπως στο αρχαίο ρήμα στάζω - ἔσταξα[1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αράζω, πρτ.: άραζα, στ.μέλλ.: θα αράξω, αόρ.: άραξα, μτχ.π.π.: αραγμένος, (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (μεταβατικό) φέρνω το πλοίο στο λιμάνι
    στα καῒκια τ' αραγμένα, τα δεμένα, στα καῒκια που δεν πάνε πουθενά (Ζαχ. Παπαντωνίου)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα:
  2. (αμετάβατο) αγκυροβολώ
    1. (λαϊκότροπο) σταθμεύω, παρκάρω ένα τροχοφόρο όχημα
  3. (μεταφορικά) βρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες
    και γέρος πιά να αράξεις στο νησί (Κ. Καβάφης. Ιθάκη)
    1. (λαϊκότροπο) τεμπελιάζω
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: είμαι αραχτός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

  • Ενεργητική φωνή μόνον και μετοχή παθητικού παρακειμένου αραγμένος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αράζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.