Μετάβαση στο περιεχόμενο

station

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
station stations

station (en)

  • ο σταθμός
    παράδειγμα  a railway station - σιδηροδρομικός σταθμός
ενεστώτας station
γ΄ ενικό ενεστώτα stations
αόριστος stationed
παθητική μετοχή stationed
ενεργητική μετοχή stationing

station (en)

  1. τοποθετώ, στέλνω κάποιον, ειδικά από το στρατό, να δουλέψει σε ένα μέρος για ένα χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  They stationed the officer in the unit.
    Τοποθέτησαν τον αξιωματικό στην μονάδα.
  2. (επίσημο) τοποθετώ, πάω κάπου και στέκομαι ή κάθομαι εκεί, ειδικά για να περιμένω κάτι· στέλνω κάποιον να το κάνει αυτό
    παράδειγμα  He stationed himself behind a tree.
    Τοποθετήθηκε πίσω από ένα δέντρο.
    παράδειγμα  They will station guards by the stairs.
    Θα τοποθετήσουν φρουρούς στη σκάλα.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
station stations

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

station (fr) θηλυκό

  1. ο σταθμός
  2. η στάση



Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

station (da)



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

station (nl) ουδέτερο



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

station (sv)