Felsen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Felsen die Felsen
γενική des Felsens der Felsen
δοτική dem Felsen den Felsen
αιτιατική den Felsen die Felsen

Felsen (de) αρσενικό

  1. βράχος
  2. γκρεμός