προέλευση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική προέλευση προελεύσεις
γενική προέλευσης
& προελεύσεως
προελεύσεων
αιτιατική προέλευση προελεύσεις
κλητική προέλευση προελεύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προέλευση < ελληνιστική κοινή προέλευσις < προέρχομαι. Βλέπε και έλευση/

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈɛ.lɛf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

προέλευση θηλυκό

  1. η αρχή, η πηγή ή η καταγωγή κάποιου πράγματος, ο τόπος από τον οποίο προέρχεται
    τόπος ή χώρα προέλευσης ενός εμπορεύματος (πού κατασκευάστηκε)
    η ελληνική γλώσσα εμπλουτίστηκε με πολλές λέξεις γαλλικής προέλευσης

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]