γλείφω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : γλύφω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γλείφω < μεσαιωνική ελληνική γλείφω < ελληνιστική κοινή ἐκλείχω < αρχαία ελληνική ἐκ- + λείχω
Δεν υπάρχει ετυμολογική σχέση με το αρχαιοελληνικό γλύφω.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γλείφω (παθητική φωνή: γλείφομαι)

  1. εφαρμόζω και γλιστράω τη γλώσσα μου πάνω σε κάτι
    η μικρή έγλειφε το παγωτό της με απόλαυση.
  2. (μεταφορικά) πλησιάζω να αγγίξω
    οι φλόγες της φωτιάς σχεδόν έγλειφαν τον οικισμό.
  3. (μειωτικά) κολακεύω
    Είναι ένας τιποτένιος. Μόνο γλείφοντας τους προϊσταμένους του θα πάρει προαγωγή.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]