κομέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κομέω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κομέω

  1. φροντίζω, περιθάλπω, περιποιούμαι ανθρώπους ή ζώα, παρέχοντας τροφή, ένδυση, κρεβάτι, πλύσιμο που απαντάται στην Ομήρου Οδύσσεια και αποτελεί βάση για δεύτερο συνθετικό πολλών λέξεων -κομείο, -κόμος, -κομία, -κομώ

Ομήρου Οδύσσεια 11.250: «χαῖρε, γύναι, φιλότητι: περιπλομένου δ᾽ ἐνιαυτοῦ τέξεις ἀγλαὰ τέκνα, ἐπεὶ οὐκ ἀποφώλιοι εὐναὶ ἀθανάτων: σὺ δὲ τοὺς κομέειν ἀτιταλλέμεναί τε.»

Ομήρου Οδύσσεια 17.310: «...: ἀγλαΐης δ᾽ ἕνεκεν κομέουσιν ἄνακτες.»