άκομψος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άκομψος άκομψη άκομψο
γενική άκομψου άκομψης άκομψου
αιτιατική άκομψο άκομψη άκομψο
κλητική άκομψε άκομψη άκομψο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκομψοι άκομψες άκομψα
γενική άκομψων άκομψων άκομψων
αιτιατική άκομψους άκομψες άκομψα
κλητική άκομψοι άκομψες άκομψα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκομψος < αρχαία ελληνική ἄκομψος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άκομψος

  1. ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος
  2. άγαρμπος, απότομος, χωρίς λεπτότητα, χοντροκομμένος στους τρόπους, στις εκφράσεις
    Αυτό ήταν άκομψο! Μπορούσες να του κάνεις την υπόδειξη πιο ευγενικά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]