nice
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | nice |
| συγκριτικός | nicer |
| υπερθετικός | nicest |
nice (en)
- όμορφος, ωραίος, καλός, ευχάριστος ή ελκυστικός
It’s a nice day/place.
- Είναι όμορφη μέρα./Είναι ωραίο μέρος.
She has a nice smile.
- Έχει όμορφο χαμόγελο.
You look very nice.
- Φαίνεσαι πολύ όμορφος.
We all had the flu last week—it wasn’t very nice.
- Όλοι είχαμε γρίπη την περασμένη εβδομάδα—δεν ήταν καθόλου ωραίο.
-“Do you want to come, too?” -“Yes, that would be nice.”
- -«Θέλεις να έρθεις κι εσύ;» -«Ναι, θα ήταν ωραία.»
It was a nice touch to end the film as it started.
- Ήταν ωραία πινελιά το ότι η ταινία τελείωσε όπως άρχισε.
It’s nice to know that somebody appreciates what I do.
- Είναι ωραίο να ξέρεις ότι κάποιος εκτιμά αυτό που κάνω.
It’s nice that you were able to come with us.
- Είναι ωραίο που μπόρεσες να έρθεις μαζί μας.
It would be nice if he moved to Chicago.
- Θα ήταν ωραίο αν μετακόμιζε στο Σικάγο.
We have very nice weather today.
- Έχουμε πολύ καλό καιρό σήμερα.
Did you have a nice time?
- Πέρασες καλά;
The nicest thing about her is that she never criticizes us.
- Το καλύτερο πράγμα πάνω της είναι ότι δεν μας επικρίνει ποτέ.
Nice to meet you!
- Χάρηκα που σας γνώρισα!
It’s been nice talking with you.
- Χάρηκα που μίλησα μαζί σου.
- καλός, συμπαθητικός, ευγενικός, φιλικός στη συμπεριφορά ή στον χαρακτήρα
He’s a really nice guy.
- Είναι πραγματικά καλό παιδί.
She’s one of the nicest people you’ll ever meet.
- Είναι ένας από τους πιο καλούς ανθρώπους που θα γνωρίσεις ποτέ.
Be nice to me. I don’t feel well.
- Να είσαι καλός μαζί μου. Δεν αισθάνομαι καλά.
Our new neighbors are very nice.
- Οι καινούργιοι μας γείτονες είναι πολύ συμπαθητικοί.
It was nice of them to invite us.
- Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους τους που μας κάλεσαν.
I complained to the manager and he was very nice about it.
- Παραπονέθηκα στον διευθυντή και το αντιμετώπισε πολύ ευγενικά.
I asked him in the nicest possible way to put his cigarette out.
- Του ζήτησα με τον πιο ευγενικό τρόπο να σβήσει το τσιγάρο του.
Επίρρημα
[επεξεργασία]nice (en)