young

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

young < μέση αγγλική yong < αγγλοσαξονική geong < πρωτογερμανική *jungaz < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂yuh₁en-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /jʌŋ/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

young (en)

  1. νέος, νεαρός, μικρός σε ηλικία
    You are too young to drive a car!
    Είσαι πολύ μικρός για να οδηγήσεις αμάξι!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]