pucele

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Παλαιά γαλλικά (fro)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pucele θηλυκό

  1. νεαρό κορίτσι
  2. παρθένα
  3. (μεταφορικά) υπηρέτρια