Μετάβαση στο περιεχόμενο

-ουδάκι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -ουδάκι τα -ουδάκια
      γενική
    αιτιατική το -ουδάκι τα -ουδάκια
     κλητική -ουδάκι -ουδάκια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
-ουδάκι < -ούδ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι (κατά δεύτερο υποκορισμό). Η βάση του υποκοριστικού ουσιαστικού σε -ούδι είναι συχνά παρωχημένη[1] ή υποθετική.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /uˈða.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -ουδάκι

Επίθημα

[επεξεργασία]

-ουδάκι ουδέτερο

  1. (υποκοριστικό) σύνθετο επίθημα για τον σχηματισμό ουδέτερων υποκοριστικών[2] που δηλώνουν
    1. μικρό μέγεθος ή ποσότητα
      μυαλουδάκι, χωριουδάκι
      και στον πληθυντικό: λεφτουδάκια
    2. νεαρή ηλικία
      αλεπουδάκι, αρκουδάκι
       συνώνυμα: -όπουλο
  2. (μειωτικό) συχνά, με αρνητική σημασία για επαγγέλματα ή ιδιότητες
    γιατρουδάκι

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. -ουδάκι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. -ουδάκι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)