Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπανάκι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Σπανάκη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπανάκι τα σπανάκια
      γενική του σπανακιού των σπανακιών
    αιτιατική το σπανάκι τα σπανάκια
     κλητική σπανάκι σπανάκια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
το φυτό σπανάκι

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπανάκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπανάκι / σπανάκιον / σπανάκιν < μεσαιωνική λατινική spinachii (> πληθυντικός του spinachium)[1] < αραβική إِسْفَانَاخ (ʔisfānāḵ) < περσική اسپناخ (ispanāx, ispināx)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /spaˈna.ci/
τυπογραφικός συλλαβισμός: σπανάκι
ομόηχο: Σπανάκη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπανάκι ουδέτερο

  1. (φυτό) φυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες
  2. (λαχανικό) τα φύλλα αυτού το φυτού που αγοράζονται φρέσκα, κατεψυγμένα ή σε κονσέρβες και τρώγονται μαγειρεμένα ή ωμά σε σαλάτες

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  • σπανάκι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)