σπανάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπανάκι σπανάκια
γενική σπανακιού σπανακιών
αιτιατική σπανάκι σπανάκια
κλητική σπανάκι σπανάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπανάκι < μεσαιωνική ελληνική σπινάκιον < λατινική spinaceum < περσική سپاناخ (sepanakh) σύγχρονος: اسفناج (esfenâj)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /spa.ˈna.ci/
σπανάκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπανάκι ουδέτερο

  • φυτό που ζει ένα ή δύο χρόνια που καλλιεργείται για τα εδώδιμα φύλλα του, τα οποία έχουν τριγωγικό σχήμα, βαθυπράσινο χρώμα και λεία επιφάνεια και είναι πλούσια σε σίδηρο και βιταμίνες
  • (συνεκδοχικά) τα φύλλα αυτού το φυτού που αγοράζονται φρέσκα, κατεψυγμένα ή σε κονσέρβες και τρώγονται μαγειρεμένα ή ωμά σε σαλάτες

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]