καραβόπανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραβόπανο καραβόπανα
γενική καραβόπανου καραβόπανων
αιτιατική καραβόπανο καραβόπανα
κλητική καραβόπανο καραβόπανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραβόπανο < καράβι + πανί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραβόπανο ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος): το πανί ιστιοφόρου πλοίου
  2. οποιοδήποτε πανί που χρησιμοποιείται σε πλοίο ή εκτός, ως τέντα, ή κάλυμμα.
  3. (συνεκδοχικά): οποιοδήποτε χοντρό ύφασμα συνηθέστερα λευκό.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]