επιπλέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

χάρτινα φανάρια επιπλέουν στο νερό

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιπλέω < αρχαία ελληνική ἐπιπλέω

Ρήμα[επεξεργασία]

επιπλέω

  1. παραμένω στην επιφάνεια ενός υγρού
    το ξύλο επιπλέει στο νερό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]