float
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| float | floats |
float (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | float |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | floats |
| αόριστος | floated |
| παθητική μετοχή | floated |
| ενεργητική μετοχή | floating |
float (en)
- επιπλέω
We went on a water tour on a floating bus.
- Πήγαμε σε υδάτινη περιήγηση σε ένα πλωτό λεωφορείο.
- (πληροφορική) κυμαίνομαι όσο αφορά την διακριτότητα