Μετάβαση στο περιεχόμενο

float

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
float floats

float (en)

  1. το άρμα
  2. η σημαδούρα
  3. ο πλωτήρας προσθαλάσσωσης
ενεστώτας float
γ΄ ενικό ενεστώτα floats
αόριστος floated
παθητική μετοχή floated
ενεργητική μετοχή floating

float (en)

  1. επιπλέω
    παράδειγμα  We went on a water tour on a floating bus.
    Πήγαμε σε υδάτινη περιήγηση σε ένα πλωτό λεωφορείο.
  2. (πληροφορική) κυμαίνομαι όσο αφορά την διακριτότητα

Συγγενικά

[επεξεργασία]