σημαδούρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Σημαδούρα σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σημαδούρα σημαδούρες
γενική σημαδούρας σημαδουρών
αιτιατική σημαδούρα σημαδούρες
κλητική σημαδούρα σημαδούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σημαδούρα < σημάδι + -ούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σημαδούρα θηλυκό

  • αντικείμενο που επιπλέει στη θάλασσα και είναι δεμένο σε άγκυρα· χρησιμοποιείται για να καταδείξει μια περιοχή ή κάτι που βρίσκεται στο βυθό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: σημάδι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]