маслина

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

маслина (ru)

  • ελιά (ο καρπός του ελαιόδεντρου)


Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

маслина (sr) (λατινική γραφή: maslina) θηλυκό