olajbogyó

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουγγρικά (hu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

olajbogyó (hu)

  • ελιά (ο καρπός του ελαιόδεντρου)