κόκαλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κόκαλο τα κόκαλα
      γενική του κοκάλου
& κόκαλου
των κοκάλων
& κόκαλων
    αιτιατική το κόκαλο τα κόκαλα
     κλητική κόκαλο κόκαλα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
κόκαλο ζώου
ένα κόκαλο για τα παπούτσια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόκαλο < μεσαιωνική ελληνική κόκκαλον < αρχαία ελληνικήκόκκαλος (έγινε ουδέτερο κατά το ὀστοῦν)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόκαλο ουδέτερο

  1. (καθομιλουμένη) κάθε ένα από τα στερεά τμήματα του σκελετού του ανθρώπου και όλων των σπονδυλωτών
     συνώνυμα: οστό
  2. αντικείμενο από κέρατο ή αλλο υλικό που το χρησιμοποιούμε για να φορέσουμε τα παπούτσια μας
     συνώνυμα: αναβατήρας υποδημάτων, κόκκαλο
  3. (αργκό) (συνήθως στον πληθυντικό) τα ζάρια σαν αντικείμενο και σαν τυχερό παιχνίδι

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

περίμενα τους φίλους μου μες στη βροχή και βράχηκα ως το κόκαλο
  • γερό κόκαλο: που έχει γερή κράση, υγεία και αντοχή
είναι γερό κόκαλο αυτός
  • κόκαλα έχει;: λέγεται συνήθως όταν αργεί να ψηθεί ο καφές
  • μένω κόκαλο: μένω ακίνητος (από έκπληξη, τρόμο, κλπ). - → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
  • πετσί και κόκαλο: πάρα πολύ αδύνατος, ισχνός
  • φτάνει το μαχαίρι στο κόκαλο: εφαρμόζονται ριζικές λύσεις, διερευνάται μια υπόθεση σε όλες τις λεπτομέρειες ανεξαρτήτως του ποιος θα θιγεί
  • ως/μέχρι το κόκαλο: σε πολύ μεγάλο βαθμό, ολοκληρωτικά
είναι φανατικός Ολυμπιακός· ως το κόκαλο

Παροιμίες[επεξεργασία]

  • η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει: λέγεται για τη δύναμη του λόγου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]