κοκαλώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοκαλώνω < κόκαλο + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κοκαλώνω

  1. μένω ακίνητος από φόβο

Κλίση[επεξεργασία]

Γράφεται επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]