ακίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακίνητος < α- στερητικό + κινώ + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακίνητος

  1. που δεν κινείται
    στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα
     συνώνυμα: ασάλευτος, παγωμένος
  2. σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια)
    έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία
  3. το ουδέτερο ως ουσ. Το ακίνητοδείτε τη λέξη .

Μεταφράσεις[επεξεργασία]