ακίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀκίνητος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ακίνητος ακίνητη ακίνητο
γενική ακίνητου ακίνητης ακίνητου
αιτιατική ακίνητο ακίνητη ακίνητο
κλητική ακίνητε ακίνητη ακίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακίνητοι ακίνητες ακίνητα
γενική ακίνητων ακίνητων ακίνητων
αιτιατική ακίνητους ακίνητες ακίνητα
κλητική ακίνητοι ακίνητες ακίνητα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακίνητος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἀκίνητος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε α- στερητικό + κινητός (κινώ, κινη- + -τος)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈci.ni.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐κί‐νη‐τος

Επίθετο[επεξεργασία]

ακίνητος

  1. που δεν κινείται
    στεκόταν ακίνητος στην πόρτα για πολλή ώρα πριν αποφασίσει να μπει μέσα
  1.  συνώνυμα: ασάλευτος, παγωμένος
  2. σχετικός με τα ακίνητα (γη, οικόπεδα, σπίτια)
    έχει μεγάλη κινητή και ακίνητη περιουσία
  3. (ουσιαστικοποιημένο) → δείτε τις λέξεις ακίνητο και ακίνητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]