ακίνητο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακίνητο, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ακίνητος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακίνητο

  1. (νομικός όρος) (κατά τον Αστικό Κώδικα) το έδαφος και τα συστατικά του μέρη, δηλαδή τα οικοδομήματα, ό,τι αποφέρουν αυτά, καθώς και ό,τι υπάρχει στο υπέδαφος


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]