been

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

been (en)

  1. παθητική μετοχή του ρήματος be



Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

been (af)



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

been 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

been (nl) ουδέτερο