been

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

been (en)

  • παθητική μετοχή του ρήματος be



Αφρικάανς (af) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

been (af)



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

been 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

been (nl) ουδέτερο